Σήμερα, 8 Σεπτεμβρίου 2026, η μουσική οικογένεια της Αιτωλοακαρνανίας έγινε φτωχότερη. Ο Ηλίας Αριστόπουλος, ο «Κακαρούκας», ένας από τους σημαντικότερους εκφραστές της τέχνης του ζουρνά στον τόπο μας, έφυγε από τη ζωή.
*Γράφει ο Γεώργιος Κομζιάς
Και μαζί του φεύγει ένα ακόμη κομμάτι από έναν κόσμο που γνωρίσαμε, αγαπήσαμε και υπηρετήσαμε τον κόσμο του πανηγυριού, της ζυγιάς, του χορού και της μουσικής που δεν μαθαίνεται στα χαρτιά, αλλά περνά από άνθρωπο σε άνθρωπο, από αυτί σε αυτί και από ψυχή σε ψυχή.
Είχα την τύχη να γνωρίσω τον Ηλία το 1991, όταν βρέθηκα στο Αιτωλικό ως δάσκαλος χορού του Πολιτιστικού και Μορφωτικού Συλλόγου «Το Αιτωλικό». Εκεί άρχισε μια συνεργασία που έμελλε να κρατήσει πολλά χρόνια. Συναντηθήκαμε σε πρόβες, παραστάσεις, γιορτές και πανηγύρια σε στιγμές όπου ο χορός αναζητούσε τη μουσική και η μουσική έβρισκε την ολοκλήρωσή της μέσα στον χορό.
Κορυφαίες στιγμές αυτής της κοινής πορείας υπήρξαν οι συμμετοχές του χορευτικού του Αιτωλικού στο Ηρώδειο, το 1999 και το 2000. Εκεί, κάτω από έναν χώρο φορτισμένο με την ιστορία και το βάρος αιώνων, ακούστηκε και ο ζουρνάς του Ηλία. Για όσους βρεθήκαμε τότε μαζί, οι στιγμές εκείνες δεν αποτελούν απλώς σταθμούς μιας καλλιτεχνικής διαδρομής. Είναι εικόνες και ακούσματα που μένουν βαθιά χαραγμένα στη μνήμη.
Ο Ηλίας δεν ήταν ένας απλός εκτελεστής του ζουρνά. Ήταν μάστορας.
Είχε εκείνο το ιδιαίτερο γνώρισμα των μεγάλων λαϊκών μουσικών: μπορούσες να τον αναγνωρίσεις από το παίξιμό του. Είχε το δικό του «χρώμα», το προσωπικό του ύφος, τη δική του μουσική λαλιά. Δεν έπαιζε απλώς τον σκοπό τον ζωντάνευε. Ήξερε να παρακολουθεί τον πρωτοχορευτή, να αφουγκράζεται το βήμα του, να περιμένει, να επιταχύνει, να κρατά τη μελωδία και, την κατάλληλη στιγμή, να την αφήνει να ξεσπάσει.
Αυτός ο διάλογος μουσικού και χορευτή είναι μια τέχνη που δύσκολα περιγράφεται με λόγια. Όσοι όμως χορέψαμε ή διδάξαμε χορό μπροστά σε τέτοιους μουσικούς γνωρίζουμε καλά τη σημασία του. Υπήρχαν φορές που ένα βλέμμα ήταν αρκετό. Ο χορευτής ζητούσε και ο ζουρνάς απαντούσε.
Ο Ηλίας κουβαλούσε στις πλάτες του και μια βαριά οικογενειακή μουσική κληρονομιά. Από τον παππού του, Ασημάκη Αριστόπουλο, ζουρνατζή ήδη πριν από το 1900, στον πατέρα του, Κώστα Αριστόπουλο, τον «Κακαρούκα», και από εκεί στον ίδιο, η οικογένεια των Αριστοπουλαίων συνέδεσε το όνομά της με τον ήχο του ζουρνά και τη μουσική ζωή της Αιτωλοακαρνανίας.
Ο Ηλίας πήρε αυτή την κληρονομιά και την έκανε δική του. Δεν την αντιμετώπισε ως μουσειακό κατάλοιπο ενός κόσμου που χανόταν. Την κράτησε ζωντανή εκεί όπου πραγματικά ανήκε: ανάμεσα στους ανθρώπους. Στο πανηγύρι, στην πομπή, στον δρόμο, στην πλατεία, μπροστά στον χορευτή.
Για περισσότερα από τριάντα χρόνια η ζυγιά του συνδέθηκε με το Μεσολόγγι, το Αιτωλικό, το Μάστρο, τη Σταμνά και με πολλές ακόμη γωνιές της Αιτωλοακαρνανίας. Ο ήχος του έγινε μέρος της τοπικής μνήμης. Γιατί υπάρχουν μουσικοί που παίζουν σε ένα πανηγύρι και υπάρχουν μουσικοί που, με τα χρόνια, γίνονται μέρος του ίδιου του πανηγυριού. Ο Ηλίας ανήκε στους δεύτερους.
Για μένα, όμως, σήμερα δεν φεύγει μόνο ένας σημαντικός ζουρνατζής.

Φεύγει ένας άνθρωπος με τον οποίο με συνέδεσαν τριάντα πέντε χρόνια γνωριμίας και συνεργασίας. Και όταν μια σχέση διαρκεί τόσο, οι αναμνήσεις δεν χωρούν εύκολα σε ένα αποχαιρετιστήριο κείμενο. Είναι οι κουβέντες πριν και μετά την παράσταση, οι συνεννοήσεις της τελευταίας στιγμής, οι διαδρομές, τα πειράγματα, οι μικρές εντάσεις που γεννά κάθε δημιουργική συνεργασία, μα πάνω απ’ όλα οι στιγμές που η μουσική και ο χορός γίνονταν ένα.
Σήμερα όλα αυτά επιστρέφουν διαφορετικά.
Η είδηση του θανάτου του κάνει τη μνήμη να γυρίζει πίσω: στο Αιτωλικό του 1991, στις πρώτες μας συναντήσεις, στα πανηγύρια, στις παραστάσεις, στο Ηρώδειο, στους χορευτές που περίμεναν το πρώτο φύσημα του ζουρνά για να μπουν στον κύκλο.
Και τότε συνειδητοποιεί κανείς πως οι άνθρωποι της παράδοσης δεν αφήνουν πίσω τους μόνο βιογραφίες και ημερομηνίες. Αφήνουν ακούσματα. Αφήνουν έναν τρόπο να παίζεται ένας σκοπός, ένα γύρισμα που δύσκολα αντιγράφεται, μια ανάσα, ένα ύφος. Αφήνουν μνήμες στους ανθρώπους που χόρεψαν μπροστά τους και παρακαταθήκη στους νεότερους μουσικούς που τους άκουσαν.
Ηλία, καλό σου ταξίδι.
Είχα την τύχη να σε γνωρίσω, να συνεργαστώ μαζί σου και να μοιραστώ μαζί σου στιγμές που σήμερα αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη αξία.
Ο ζουρνάς σου από σήμερα σίγησε.
Μα ο απόηχός του θα μένει στις πλατείες όπου έπαιξες, στα πανηγύρια που ξενύχτησες, στα βήματα των ανθρώπων που χόρεψαν μπροστά σου και στη μνήμη όλων εμάς που σε γνωρίσαμε.
Γιατί οι πραγματικοί λαϊκοί μουσικοί δεν φεύγουν όταν σταματούν να παίζουν.
Μένουν όσο υπάρχει κάποιος που θυμάται το άκουσμά τους.
Καλό ταξίδι, Ηλία. Καλό ταξίδι, Κακαρούκα. Και σ’ ευχαριστώ για όσα μοιραστήκαμε.

*Γεώργιος Κομζιάς
Δάσκαλος – Λαογράφος – Δάσκαλος Παραδοσιακών Χορών
8 Σεπτεμβρίου 2026″
- Κάνε like στη σελίδα neaait.gr στο Facebook για να είσαι ενημερωμένος για ΟΛΑ!

Εφημερίδα Δυτικής Ελλάδας
Χαραλαμπίδη 6, Αγρίνιο
Τηλ. 2641023138
Fax 2641023148
Email: info@neaait.gr


