Γιάννης Καραμητσόπουλος: Δέκα χρόνια απουσίας

Γιάννης Δ. Καραμητσόπουλος : Δέκα χρόνια απουσίας [5/1/1965 – 15/4/2011]

Πέρασαν κιόλας δέκα χρόνια που έφυγε από τη ζωή ο ποιητής και διευθυντής του «Ίβυκου» Γιάννης Καραμητσόπουλος σε ηλικία μόλις 46 ετών.

Εκείνη την μέρα, στις 15 Απριλίου 2011,  η πόλη του Αγρινίου έχασε πρόωρα «τον πιο αξιόλογο γηγενή Αγρινιώτη ποιητή των τελευταίων δεκαετιών» κατά τον αείμνηστο Θ.Μ. Πολίτη.

Μια απώλεια που όσο περνούν τα χρόνια γίνεται ολοένα και πιο αισθητή καθώς άφησε ένα τεράστιο και δυσαναπλήρωτο κενό στην πολιτιστική και πνευματική ζωή της πόλης.

Ένα μικρό αφιέρωμα στο ποιητικό του έργο:

Από τη συλλογή «Πορφυρά χρώματα» – 1989

 Τους είδα τους ποιητές

Τους είδα τους ποιητές,

τους είδα να σκάβουν υπόμονα

ένα κόκκινο τριαντάφυλλο

για ν’ αποθέσουν τις μνήμες τους

ή να ψάχνουν να βρουν

ένα ρομαντικό κατάλυμα

ν’ αποθέσουν τα λιγοστά τους χρόνια.

Τους είδα να σκαλίζουν λέξεις

πότε ποτισμένες με δάκρυα παιδικά

και πότε σκεπασμένες με ηλιοτρόπιες

ανοίξεις μες την ημιφώτιστη κάμαρα

της συλλογής και της μάθησης

που μόνο εκείνοι την γνωρίζουν

τόσο καλά καθώς τους βλέπω

να στοιβάζουν με τάξη τα χαρτιά τους

και τα βιβλία τους πάνω στα γερασμένα

γραφεία τους από την πλήξη

και την προσμονή.

Τους είδα τους ποιητές,

τους είδα να χρωματίζουν τις φυλακές

με ανατολές ηλίου πρωτοϊδωμένες,

να βάφουν με χρυσόσκονη τις παιδικές

ψυχές, τους είδα ν’ αγγίζουν

με το ασύγκριτο βλέμμα τους

τις ερωτευμένες γυναίκες.

Τους είδα τους ποιητές,

τους είδα και τους έσφιξα το χέρι

καθώς κάλπαζαν πάνω στ’ άσπρο τους

άλογο οδηγούμενοι στην αιωνιότητα.

Από τη συλλογή «Στα βήματα του χρόνου» – 1992

 Λεπτομέρεια

Απόψε το χρυσάφι έχει σταθεί

πάνω στα φτερά των εντόμων,

σε μιαν άκρη σκοτεινή της δύσης,

-σκοτάδι και χρυσάφι-

μια σταγόνα φωτιάς

πάνω στην αποσύνθεση.

 

Φεύγω, φτωχός

μονάχα με λίγο σμάλτο στην καρδιά,

μη μπορώντας να την ντύσω

με ατόφιο χρυσό,

μήπως κι οι σύντροφοι από ποιητή

μ’ ονομάσουν ληστή της πλάσης.

_  _  _  _  _  _  _  _  _  _

Πριν απ’ το φως…

Πριν απ’ το φως

χαιρετίζω τους αγγέλους,

πριν απ’ το φως

θρηνώ το καμένο δάσος,

πριν απ’ το φως

ανιχνεύω τ’ απότιστο χώμα.

 

Έτσι γνωρίζω

να χάνω ή να κερδίζω,

τις ώρες

που τα βήματα αναπαύονται.

_  _  _  _  _  _  _  _  _  _

Η σκιά μου

Δεν κινώ τα μέλη μου

για να μη μ’ ακολουθεί κανείς.

Τη σκιά μου την εξουσιάζω

μόνο τις πρωϊνές ώρες,

τη νύχτα ακολουθεί τα βήματά μου

συνεπαρμένη απ’ τις εστίες

που φωτίζουν

το σκουρόχρωμο χιτώνιό μου.

Η πρόσοψή μου φαντάζει ένοχη

στα απροστάτευτα νήπια,

ζυγώνω στις επαύλεις τους

και με διώχνει η σκιά μου.

Πολλές φορές την κλειδώνω

μέσα στο χρηματοκιβώτιό μου

αλλά εκείνη το σκάει

απ’ τις χαραμάδες

και με συλλαμβάνει τη στιγμή

που προσπαθώ να σκοτώσω

το κτήνος που έχω μέσα μου.

Από τη συλλογή «Το πορφυρό σώμα της μνήμης» – 1996

Μνήμη Οδυσσέα Ελύτη

Πιο πέρα η θάλασσα.

Κι ακόμα πιο πέρα ένα δάσος αγριοστάφυλα

στην αγκαλιά της μέρας.

Βγήκαμε στο δρόμο ντυμένοι κυπαρίσσια

για να ομορφήνουμε το τοπίο

και την θλιμμένη κάμαρα των κοριτσιών.

Δεν είχαμε δικό μας σπίτι,

μονάχα μια καλύβα φτωχική

να μας θυμίζει τι περάσαμε

και τι θα δουν τα μάτια μας αργότερα.

Τα μεσάνυχτα μαζεύουμε κοχύλια και βότσαλα.

 

Γυρεύουμε μιαν άλλη ζωή

-τη μυστική μορφή μας-

που δίχως μνήμη δεν υπάρχει:

Μνήμη η πρώτη μας ποίηση

και η στερνή φωτοσκιά της ύπαρξης μας

μ’ ένα ΧΑΙΡΕ ηδονικό

κάτω απ’ τα βλέφαρα του θέρους,

πορφυρή γυναίκα, αξημέρωτη θάλασσα.

 

Μνήμη το φιλί ώριμου κρινανθού το μεσημέρι

και του ζουμπουλιού η ανάσα

που παραδίδει στην ανεμώνη τη δεύτερη ανάσταση,

νερό και χώμα πίνοντας

Ιούλιος διψασμένος.

 

Μνήμη το βέλασμα του αμνού

την ώρα της ατέλειωτης θυσίας,

θρήνος προς θρήνο αδειάζοντας

τη λευκή αθωότητα

και εμείς χορτάτοι.

 

Ότι δεν ήρθε γρήγορα

χάθηκε μέσα μας μεσάνυχτα

κι ότι θε να ‘ρθει θα χαθεί και πάλι

προτού φυσήξει ο πρώτος άνεμος

τον ίσκιο μας αφήνοντας

στα σωθικά ενός ύπερου την πρώτη ώρα.

 

Σταθήκαμε τόσο κοντά στο πέλαγος

μονάχα γιατί μας πλάνευε

η μεγαλοσύνη της σιωπής.

Δεν ήταν παρά η φωνή της ερημίας,

σαν το παιδί που ντρέπεται

να συλλαβίσει τ’ όνομά του

στα σκοτεινά περάσματα

κλείνοντας στην παλάμη του τον αιώνα

που πέρασε στη μνήμη του τροπαιοφόρος.

 

Πιο πέρα η θάλασσα. Κι ακόμα πιο πέρα

ο ήλιος, ο σπορεύς της ύπαρξής μας!…

_  _  _  _  _  _  _  _  _  _

 Κανείς δεν ερμήνεψε τη σιωπή

κουβαλώντας τη θάλασσα στην αγκαλιά του

κανείς δεν ερμήνεψε τη ζωή

πληθαίνοντας τις αμαρτίες του κόσμου…

 

Ακούσαμε τη φωτιά που σίμωνε τη μορφή μας

τα χαράματα

ακούσαμε τη βροχή που αρνιόταν την ύπαρξη μας

τα μεσάνυχτα

ακούσαμε το θάνατο που γιόρταζε το θάνατό μας

τ’ απομεσήμερο…

Ακούσαμε το λόγο της σιωπής…

Καληνύχτα!…

_  _  _  _  _  _  _  _  _  _

Τι κι αν ελεύθερος ξεκινώ

κάθε φορά

για το μνημείο

των πεσόντων.

 

Εμπρός μου θεόρατα έτη

αθώων εγκλείστων

που ακόμα κραυγάζουν

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ή ΘΑΝΑΤΟΣ!

Από το «Ανθολόγιο εκδοθέντων και ανέκδοτων ποιημάτων» – 2002

 Αγέλαστη Πόλη…

Αγέλαστη πόλη,

κινούμενοι θάνατοι,

ενδεχόμενες σιωπές.

Το πρωί ανεβαίνουν τα όνειρα στο κενό,

οι στεναγμοί θωπεύουν τις εορτές,

κάποιος γράφει

συνθήματα, καταγγελίες, αμαρτίες

-μικρές επαναστάσεις θέλω να πω-

για μιαν Ελένη, μια Μαρία, μια Μυρτώ…

Σωπαίνουν οι κήποι,

το άρωμα σώνεται,

λιγοστεύουν τα δέντρα,

η απάτη παρελαύνει πάνω απ’ τα πράγματα…

 

Σώματα που δεν έχουν μια πληγή

δεν είναι σώματα εντελή,

δεν έχουν έννοια πορφυρή,

είναι το πρόσχημα της αγοράς,

η τελετή προς τιμήν του προέδρου…

 

Από τη συλλογή «Εν εκστάσει» – 2003

Γράμματα στη Γαρυφαλλένια – ιδ΄

Γαληνεύω κάποτε

κρυφά απ’ τον άνεμο

και λέω ας έρθεις επιτέλους

σαν μια εντολή του θεού

στο πορφυρό μου δωμάτιο×

 

τότε κι εγώ

θ’ ανοίξω το μικρό συρτάρι,

θα πάρω το μικρό τετράδιο,

θ’ ανοίξω τα μικρά απογεύματα

-όπου κοιμούνται τα μικρά μου όνειρα-

να σου διαβάσω

το δικό μου παραμύθι!

Από τη συλλογή «32 νυχτερινά επεισόδια» – 2006

Κλόουν 

Όταν ακούω βήματα

θαρρώ πως έρχεται απ’ το βάθος

ένας θλιμμένος κλόουν.

Κάθεται στα σκοτεινά

ντυμένος τις ρωγμές του χρόνου,

έτοιμος από καιρό

για την επόμενη παράσταση.

_  _  _  _  _  _  _  _  _  _

 Κύριε θάνατε

Κύριε θάνατε

συμμαθητή του φόβου

όταν έρθεις πιο κοντά στο πνεύμα μου

θα γίνω έλικας του ήλιου.

Ένας ανώνυμος άνεμος ένα απελεύθερο στρουθίο

κράτησε για πάρτη σου τα συμπαθητικά σκουπίδια μου

αυτά που πήγαν κατά καιρούς

πέρα δώθε – πάνω κάτω

δεξιά κι αριστερά

και τελικά μ´ έκαναν

ασώματο ουρανό

σε μύρια νεφελώματα.

Έφταιγε η ηλικία του φεγγαριού

κι αυτή η αναθεματισμένη

ευαισθησία μου στις πορφυρές ψυχές.

Άναψε τώρα κεριά…

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *